Νένα Βενετσάνου
- Λεπτομέρειες
- Γράφει ο/η Εύη Κουκά Εύη Κουκά
- Κατηγορία: Συνεντεύξεις Συνεντεύξεις
- Δημοσιεύθηκε : 19 Ιουνίου 2015 19 Ιουνίου 2015
Τα πράγματα που με εμπνέουν είναι η καλοσύνη, η ανιδιοτέλεια, η ευθύτητα, η αμεσότητα. Δεν στέκομαι στον τρόπο, δεν με επηρεάζουν οι καλοί τρόποι, θέλω να βλέπω στον άλλον αλήθεια.
λέει στην Εύη Κουκά η Νένα Βενετσάνου.
Όταν τόσο σημαντικοί άνθρωποι του ελληνικού πενταγράμμου μιλούν για μία καλλιτέχνιδα με εγκωμιαστικά λόγια, δεν ξέρω τι μένει να πούμε εμείς... Συνοψίζοντας, ο Μάνος Χατζηδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Νίκος Μαμαγκάκης έχουν πει για τη Νένα Βενετσάνου: Αφοσιωμένη στη μουσική, προσεγγίζοντας τη με σοβαρότητα, η καλύτερη ανάμεσα στις τραγουδίστριες που έχουν φωνητική ιδιοσυγκρασία, μία φωνή που ισορροπεί με ευφυία ανάμεσα στο κλασικό και το λαϊκό τραγούδι. Μία πλήρης φωνή!
Με αφορμή την παράσταση που ανεβάζει στις 10 Ιουλίου στο Μικρό Θέατρο Επιδαύρου, είχαμε την χαρά και την τιμή να έρθουμε σε επικοινωνία με τη Νένα Βενετσάνου, η οποία μας παραχώρησε μία άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη.
Πολλά χρόνια στο ελληνικό τραγούδι, με πολλές συναυλίες εντός και εκτός ελληνικών συνόρων, στην ουσία προωθείτε, μοιράζεστε την ελληνική κουλτούρα. Πόσο βάρος φέρει αυτό το γεγονός για εσάς;
Ν.Β.: Όλη την διαδικασία αυτή την χαρακτηρίσατε τέλεια ως Βάρος, ναι... είναι βάρος να είσαι Ελληνίδα , όχι γιατί ο Πολιτισμός μας είναι βαρύς... κάθε άλλο ,όσο γιατί σήμερα οι αξίες του πολιτισμού αυτού που είναι οικουμενικές και αξεπέραστες υπονομεύονται από ανθρώπους χωρίς πίστη και χωρίς νόμο. Τους ενοχλεί η Δημοκρατία και όλη η διαδικασία που συμπεριλαμβάνεται στη λέξη. Οι Λαοί δεν εισακούγονται πια, μας θωρούν όλους άνδρες–γυναίκες ως ιθαγενείς και επειδή αντιλέγουμε θυμώνουν. Είναι δύσκολο λοιπόν για μένα να πείσω πως η γλώσσα στην οποία τραγουδώ δεν είναι η γλώσσα μιας Θρησκείας ή παλιών ληγμένων εγγράφων, αλλά πως μιλώ μια λαλιά κελαηδιστή, μια αηδονολαλιά όπως την είχε χαρακτηρίσει ο Γιώργος Σαραντάρης και πως μιλώ τη γλώσσα των φιλοσόφων και των μεγάλων ποιητών που δεν έχουν πεθάνει αλλά συνεχίζουν ανάμεσά μας να δημιουργούν, ποιητές όπως ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος και τόσοι άλλοι...
Είστε μεταξύ του κλασικού και του λαϊκού τραγουδιού, εκπροσωπώντας ένα είδος που επικράτησε με την ορολογία«έντεχνο». Πολλοί έχουν διαφωνήσει με τον όρο. Ποια είναι η δική σας άποψη; Πιστεύετε ότι υπάρχει σύγχρονο έντεχνο ελληνικό τραγούδι;
Ν.Β.: Ναι σήμερα το Έντεχνο τραγούδι υπάρχει, είναι πολύ όμορφο και ιδιαίτερο. Κρατά μια υψηλή ποιότητα όσο και να σας φαίνετε παράξενο που δεν την ακούμε συχνά, μια και αυτό είναι ένα θέμα αξιοποίησης του τραγουδιού μας και όχι ένα θέμα δημιουργίας. Το Ελληνικό τραγούδι έχει κάτι μοναδικό, παραμένει βαθειά λαϊκό, μιλά σε όλους και είναι προσιτό, παιχνιδιάρικο, φιλικό. Δεν είναι κάτι στημένο, έχει ελευθερία στη φόρμα του, στοχαστικό περιεχόμενο και πολύ χιούμορ. Λέμε με τα τραγούδια μας τα πιο σοβαρά πράγματα με τόση απλότητα, ένα παράδειγμα: άκουσα πριν λίγες μέρες το τραγούδι «Τα τραίνα που φύγαν» με τη φωνή της Μοσχολιού, κάτι τόσο απλό που όμως αγγίζει την τελειότητα. Δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο ένα τέτοιο τραγούδι και ξένος να είσαι σε συγκινεί.
Οι συνεργασίες σας περιλαμβάνουν σημαντικά ονόματα της ελληνικής μουσικής, δύο εκ των οποίων ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Νίκος Μαμαγκάκης, που έχουν φύγει από τη ζωή αλλά μένουν ακόμα «ζωντανοί» μέσω του έργου τους. Τι κάνει ένα έργο να μένει στο χρόνο; Είναι η ανάγκη της εποχής, η επαναλαμβανόμενη ιστορία που δε λέμε να μάθουμε ή κάτι στο ίδιο το έργο;
Ν.Β.: Ευτυχώς είχα την πρόνοια να ασχοληθώ με τη μουσική αυτών των συνθετών που έχουν φύγει πια από τη ζωή, τους θαύμασα, τους είδα να δημιουργούν, να είναι προβληματισμένοι με το ίδιο τους το έργο, να θέλουν να το προστατεύσουν από τα κοράκια. Τελικά αυτό που κάνει μια μουσική να ζωντανεύει είναι η εμμονή των μουσικών να παίζουμε τα έργα, η επανάληψη, η μουσική κρατά τον μηχανισμό του προφορικού λόγου και πάνω απ' όλα τη διατηρούν οι μουσικοί, εμείς δηλαδή που για κάποιο λόγο μας αρέσει ο τάδε ή ο δείνα συνθέτης. Δεν υπάρχει εξήγηση, αν και εμείς ξέρουμε γιατί. Ο κάθε ένας από μας ξέρει και μάλιστα ξέρουμε και αν όσοι ισχυρίζονται πως αγαπούν τον έναν ή τον άλλον το κάνουν με ειλικρίνεια η όχι.
Ο Μάνος Χατζηδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Νίκος Μαμαγκάκης έχουν πει για εσάς: «Είναι μία φωνή που ισορροπεί με ευφυΐα ανάμεσα στο κλασικό και το λαϊκό τραγούδι, χωρίς να χάνει ποτέ τον αισθησιασμό της. Μια πλήρης φωνή», «Έχει βαθιά αφοσίωση στη Μουσική, μεγάλο ταλέντο και με θρησκευτική θα έλεγα σοβαρότητα αντιμετωπίζει το λειτούργημά της. Οι ερμηνείες της φτάνουν στην καρδιά της μουσικής.», «Απ' όλες τις τραγουδίστριες που έχουν φωνητική ιδιοσυγκρασία η Νένα Βενετσάνου είναι καλύτερη. Πάρα πολύ σπουδαία φωνή, συνεργάτης και φίλη μου.». Πως δέχεστε αυτές τις κριτικές και τι θα λέγατε εσείς για τους τρεις αυτούς σημαντικούς Έλληνες συνθέτες;
Ν.Β.: Θα επαναλάβω αυτό που έχω ήδη πει γι' αυτούς τους τρεις :
Μάνος Χατζιδάκις: ο Μύστης
Μίκης Θεοδωράκης: ο Ηγέτης
Νίκος Μαμαγκάκης: ο Γνώστης
Μια μέρα ο Μαμαγκάκης μου είπε: "Νένα σε έχω βάλει στην επιτροπή για την ανάπτυξη", αν θυμάμαι καλά, της Ελληνικής Μουσικής. Του είχαν ζητήσει να ξεχωρίσει κάποιους ανθρώπους και να τους υποδείξει στο ΥΠ. ΠΟ, αλλά τότε ο Γ. Γραμματέας πήδηξε από το μπαλκόνι και όλα έγιναν θρύψαλα...Και οι τρείς τους είχαν ένα ωραίο τρόπο να ανοίγουν δρόμους και για μένα ήταν ο καλύτερος έπαινος που έχω πάρει ποτέ ,γιατί με ήξερε πως είμαι συνεπής και δεν εγκαταλείπω τη μάχη και η ελληνική μουσική για να μπορέσει να επιβληθεί δε θέλει μόνο τους δημιουργούς, θέλει και τους ερμηνευτές και θέλει κυρίως έναν δομημένο λόγο προς την πολιτεία για να μπορέσουν οι πολιτικοί να κατανοήσουν. Δεν έχουμε προχωρήσει τα θέματα της Τέχνης με τον σωστό τρόπο. Λυπάμαι γι' αυτό.
Αλέκος Πατσιφάς... Συνάντηση-σταθμός στην πορεία σας. Δεν μπορώ μα σκεφτώ μία ερώτηση που δε θα περιορίσει τη σκέψη σας γι' αυτό... μιλήστε ελεύθερα!
Ν.Β.: Κορυφαίος παραγωγός. ήξερε να ενθαρρύνει, να προστατεύει, να προκαλεί, να επιβάλλει το γούστο του. Είχε ένα τρελό χιούμορ και μεγάλη κατανόηση. Ομολογώ χωρίς τον ενθουσιασμό του δεν θα είχα κάνει τόσα πολλά πράγματα από τόσο νωρίς. Δεν φοβόταν τους καλλιτέχνες, μπορώ να πω πως τους πίεζε, αλλά με έναν τρόπο που τους αφύπνιζε. Και γελούσε εύκολα. Έδωσε πολλά στον τόπο, μια τεράστια δισκογραφία και είχε μεράκι και πάθος για την Τέχνη.
Τι ζημιά θεωρείτε ότι έχει επιφέρει το εμπορικό προϊόν «τέχνη» στην ουσία της τέχνης;
Ν.Β.: Έχει εισχωρήσει στην αναπαραγωγική της διαδικασία, που σημαίνει πως ο δημιουργός δεν δρα αυθόρμητα, αλλά βάσει σχεδίου. Σαν σε ιχθυοτροφείο. Με δύο λόγια: Αποκρουστικό αποτέλεσμα.
Τι έχετε να πείτε για το ελληνικό τραγούδι στο πέρασμα των χρόνων; Τι θαυμάζετε στους νέους δημιουργούς;
Ν.Β.: Θαυμάζω το θάρρος, την επιμονή, τις θυσίες των νέων καλλιτεχνών προκειμένου να μπορέσουν να κάνουν κάτι καλλιτεχνικό. Όταν βλέπω να σπουδάζουν, να συζητούν, να μοιράζονται, ξέρω πως αυτό αποτυπώνεται και στο έργο τους και μου δίνει σιγουριά .
Ο κόσμος μπορεί με ένα «hot» νέο να ξεχάσει έστω για μία μέρα ακόμα και την κρίση που περνάει η χώρα μας. Σας ανησυχεί η δύναμη του κους-κους και πως κρίνετε τη συμπεριφορά δημόσιων προσώπων και ΜΜΕ που το προωθούν;
Ν.Β.: Αυτό το είδος σαχλαμάρας απλώς διατηρείται μέσα στην κρίση επειδή δήθεν δεν συμφέρει οικονομικά κάτι καλλίτερο. Λάθος ! Δεν ξέρουν να προτείνουν κάτι άλλο πιο κρετίνικο. Έμειναν στη σαχλαμάρα, αλλά να μην έχετε καμία αμφιβολία ...όταν βρουν το τρισχειρότερο θα το μάθουμε.
Πέρα από τη μουσική, με την οποία ασχολείστε, ποια άλλη μορφή τέχνης σας ελκύει;
Ν.Β.: Το θέατρο και η ποίηση. Είναι δυο τομείς που μπορώ να περάσω ώρες χωρίς να κουνηθώ από την καρέκλα μου, να μιλάω με τις ώρες και να σχεδιάζω παραστάσεις.
Τι σας γαληνεύει, τι σας φοβίζει σαν άνθρωπο και τι σας εμπνέει σα δημιουργό;
Ν.Β.: Είμαι γενικώς ανήσυχη! Βέβαια προσπαθώ να βρω τη γαλήνη μέσα μου και κάπου το έχω πετύχει και δεν είναι μόνο η ωριμότητα της ηλικίας... όσο το ότι πάνε πιο αργά τα πράγματα μέσα στην κρίση και αυτό με φοβίζει, με φοβίζει μπας και σπάσουμε, μπας και κουραστώ να διεκδικώ, μπας και βαρεθώ η χάσω την υπομονή μου. Όταν χάνω την υπομονή μου γίνομαι άγρια θάλασσα... και δεν το θεωρώ προσόν. Τα πράγματα που με εμπνέουν είναι η καλοσύνη, η ανιδιοτέλεια, η ευθύτητα, η αμεσότητα. Δεν στέκομαι στον τρόπο, δεν με επηρεάζουν οι καλοί τρόποι, θέλω να βλέπω στον άλλον αλήθεια.
Μιας και μίλησα για περιορισμό σε προηγούμενη ερώτηση... Βάζετε όρια στον εαυτό σας;
Ν.Β.: Βεβαίως και βάζω. Είμαι ορμητικός και απότομος χαρακτήρας και είναι προτιμότερο να μου βάζω εγώ φρένο από το να μου βάζουν οι άλλοι, προσπαθώ με αυτόν τον τρόπο να προστατεύσω τον εαυτό μου, πειθαρχώ, αλλά είμαι και πάντα έτοιμη να δράσω αυτόνομα. Μερικές φορές ξαφνιάζονται οι άλλοι με την ετοιμότητά μου σε θέματα σοβαρά, γιατί διακρίνω αμέσως που θα βγει πρόβλημα, διαχωρίζω τα επουσιώδη από τα χρήσιμα, ίσως και γι' αυτό τόσα χρόνια μένω κοντά στα σημαντικά της τέχνης μου, δεν παραπαίω ως ερμηνεύτρια, είναι πολύ μεγάλο προτέρημα να ξέρεις ποιος είσαι, να ξέρεις την αξία σου.
Θα κλείσω με τις «1000+ 1 πόλεις» της Φαντασίας... της Ιστορίας... της Διασποράς. Έτσι τιτλοφορείται η παράσταση σας στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου στις 10 και 11 Ιούλιου, της οποίας ο χαρακτηριστικός τίτλος αντηχεί την ανάγκη των σύγχρονων ανθρώπων να επαναπροσδιορίσουν τη θέση τους μέσα στον πολυπρόσωπο σύγχρονο κόσμο, όπως διαβάζουμε στο δελτίο τύπου. Πείτε μας δύο λόγια για την παράσταση αλλά και για τον σκοπό της...
Ν.Β.: Είναι μια παράσταση που γεννήθηκε μετά από μια εικόνα που είχε ο σκηνογράφος Άγγελος Αγγελή , ο οποίος είχε επιστρέψει από την Συρία και μου είπε: "Σε φαντάστηκα να τραγουδάς στην Πέργαμο μέσα σ' αυτά τα ερείπια..." Ε, δεν ήθελα και πολύ για να ξεκινήσω και για να μην ξεχνιόμαστε είμαι και Αρχαιολόγος, δεν θέλω και πολύ να πάρω φόρα. Είχα ήδη κάνει τις Πόλεις του Νότου και τη Νέα Γη, ετοιμαζόμουν για το Καφέ Γκρέκο και άρχισα να φορτώνω, βρήκα αμέσως συμπαραστάτη την Αρχαιολογική Εφορεία Χανίων, μετά το Μέγαρο, πήγα Βέλγιο, Γαλλία, Κύπρο, Αθήνα στο Θέατρο Αλκμήνη και τώρα Επίδαυρο για να γιορτάσω συγχρόνως τα 35 χρόνια μου στο τραγούδι με αυτήν την παράσταση όπου μιλώ με απλά λόγια για το τι και πως μας κρατά η πόλις. Λέω τραγούδια δικά μου, των αγαπημένων μου συνθετών αλλά από κάτω υπάρχει ένα αδιόρατο φως που οδηγεί το βλέμμα μας και κυρίως την ψυχή μας να νοιώσει πως κάπου το χέρι ενός αγάλματος μας ακουμπά ελαφρά τον ώμο. Είμαστε ένας αρχαίος λαός και αυτό μας φοβίζει, ξεχνάμε πως εμείς είμαστε οι κληρονόμοι αυτού του πολιτισμού πριν απ' όλους τους άλλους, ζούμε, δημιουργούμε, υπάρχουμε σε αυτόν τον χώρο που πάντα άνθιζε η ποίηση και υψωνόταν ως κλάμα, ως κραυγή, ως δημόσιος Λόγος. Βλέπουμε λοιπόν μέσα από τις ελληνίδες πόλεις μας την ιχνογραφία της ιστορίας μας και άλλα όσα ονειρεύτηκαν οι ποιητές της.

